Της φαντασίας μου*

Σε δεύτερη και τρίτη φωνή χορωδίας πλαστικής
ακούει την ηχώ του το σούρουπο της υποψίας,
και είναι εκείνη που ορίζει τα πάθη των μελών της
που φέρονται ως ανυποψίαστα και χαρωπά
για να αναρωτηθείς εσύ, ακροατή, πώς το μπορούν.

Κι εκεί νά σου που ξεφυτρώνουν απότομα αντάμα
κάτι μίση και πάθη οικογενειακά, της κοινωνίας και άλλα,
κι εσύ, ακροατή, αναρωτιέσαι πάλι αν άκουσες καλά.

Και επιμένεις, δεν μπορεί, η τρέλα μου είναι τόσο εμφανής;
Ή μπας και οι λογικοί πιστέψανε ότι τόσο απλά θα μοιάσουμε.
Ποιος τους ξεγέλασε να το νομίσουν; Μα τέτοια τρέλα;

Κι ακούς, ακροατή, την κοινωνία να φοβάται
μη δεν αντέξεις τις συμφορές και εκπέσεις
ή μπορεί και το αντίθετο ακριβώς, να το επιδιώκει,
και συνεχίζεις να αναρωτιέσαι σε ποιο απύθμενο βάθος
έχει κατρακυλήσει η ζωή ως μια υπόθεση αστεία.

Κι όσο για κάτι έρωτες της φαντασίας πλαστικούς ομοίως,
ακροατή, να μην αναρωτιέσαι –σύμπτωμα κοινωνικό–
τον κύκλο τους θα κάνουν μ’ ένα νερό και μια ασπιρίνη.

Ωστόσο εγώ ο ακροατής και ο ομιλητής μόλις την ίδια ώρα,
τρελούς και λογικούς δεν έμαθα σωστά να διαχωρίζω,
εξ ου και η επινόηση διαλόγων τον τρόμο δεν μου προκαλεί,
δεν με ενόχλησαν δηλαδή ποτέ της φαντασίας τα τερτίπια,
κι έτσι κάπως την άφησα τον δρόμο της ανενόχλητη να πάρει.

Μόνο που πάντα κάπου στο δικό μου βάθος θα συνεχίζω να πονάω
για έναν ακόμα από μένα πιο γνήσιο και γι’ αυτό γενναίο τρελό
με φλογισμένα μάτια και ωραία κορμοστασιά
που ένα απόγευμα σε ένα πάρκο με κέρασε μια παγωμένη μπίρα
θέλοντας να μου πει ότι κάποτε σ’ ένα ταξίδι του τη Μέρκελ γνώρισε
και ότι μάλλον αυτό σημαίνει ότι του αρέσω.

*Τρεις ηλίθιους έχω γνωρίσει στη ζωή μου, εμένα εσένα και τον Μίλερ, προσφιλής ατάκα από την ελληνική ταινία «Η γυναίκα μου τρελάθηκε» ως ελάχιστος φόρος τιμής στην αγαπημένη κωμωδία. Οι κοινωνικές και οι ατομικές αλλαγές ορίζονται από τη συνδιαμόρφωση, η πίεση, πόσο μάλλον ο (εξ)ευτελισμός της ύπαρξης, δεν πλάθει κανενός είδους ατομικό ή συλλογικό φαντασιακό.
Μικρό σχόλιο της γράφουσας μεταξύ σοβαρού και αστείου…

Να είναι το ποίημα

Να είναι το ποίημα άρτιο και τακτοποιημένο,
σαν σπίτι νοικοκυράς αδάμαστης ή με υπηρεσία,
χωρίς αιχμές για πρόσωπα και καταστάσεις πονετικές,
και να έχεις και στον νου σου εκείνον που θα βρεθεί
στην τυχαία θέση να το διαβάσει παρά τη θέλησή του.
Να σκέφτεσαι όλες τις παραμέτρους και τη μετρική,
τα κακώς κείμενα από τη φύση σου να διορθώνεις,
κι όχι από ανωτέρα βία θεόσταλτη, θα λένε οι πιστοί,
ή υστερόβουλη, οι άλλοι που στη λογική επιμένουν,
να ανοίγεις τα χαρτιά σου σε τσόχινο στημένο τραπέζι
της σκέψης και της ψυχικής των πάντων διαπραγμάτευσης.
Αυτό το τελευταίο θα το λέγανε οι επιστήμονες.
Να μην επαίρεσαι για τα καλά σου και να είσαι ταπεινός,
και τα κακά σου να τα προβάλλεις λίγο παραπάνω,
έτσι θα δείξεις πρόσωπο συνετό με σέβας στην ιεραρχία.
Έτσι κανένας δεν θα σε προσέξει και έτσι θα έχεις το κεφάλι σου ήσυχο.
Μα τότε μάλλον δεν θα γράφεις πια ποιήματα.

Περί διάκρισης*

Από παλιά είχα την τάση να σκέφτομαι ότι η διάκριση, είτε θετική είτε αρνητική, είναι μια ιδέα και ταυτόχρονα μια πρακτική έως και «επιζήμια», αν μπορώ να την αποκαλέσω έτσι, για την ανθρώπινη κοινότητα. Αυτή είναι μια σκέψη που μου έχει προκύψει και από δυσάρεστα προσωπικά μου βιώματα, αλλά και από την παρατήρηση, στην οποία ανερυθρίαστα ενδίδω από τη φύση μου. Καθείς και τα ελαττώματά του, φυσικά. Δεν γράφω αυτό το κείμενο, λοιπόν, ως ειδικός κοινωνικός επιστήμονας, αλλά ως διερχόμενη στη συνθήκη της ζωής με μια κάποια έφεση στο να παρατηρώ και να αναλύω. Κατέληξα, λοιπόν, με τα χρόνια στο ότι δεν έχει σημασία αν διακρίνομαι επειδή αξιολογήθηκα θετικά για ένα έργο μου, πάσης φύσεως, από ένα ωραίο σπίτι που έχτισα με την τέχνη μου ως καλός χτίστης έως ένα αρεστό έργο τέχνης, όποια και αν είναι αυτή, ή, αν διακρίνομαι ακριβώς για το ανάποδο, για τα «ελαττώματα» που φέρω, θελημένα ή αθέλητα, είτε γιατί τα κουβαλάω σαν φορτίο από θέση ταξική, φυλετική ή άλλη, είτε γιατί έτσι γεννήθηκα είτε γιατί λανθασμένες ενέργειες και αντίξοες συνθήκες με έφεραν σε θέση άβολη ή έστω μη αποδεκτή από την κοινότητα. Αυτό που ξέρω σχεδόν με βεβαιότητα είναι πως δεν γίνεται εύκολα αντιληπτή από εκείνους που αποφύγανε τη «διάκριση» ως πιο ευνοημένοι από την τύχη, ας μιλήσουμε γι’ αυτήν την κατηγορία εδώ, η απίστευτη σκληρότητα, η οποία ενδέχεται να φτάσει μέχρι και στην ωμή βία, που εισπράττει εκείνος που διακρίνεται και για τα δύο από μια κοινότητα όπου φιλοδοξεί να ανήκει ως ισότιμο με τους άλλους μέλος. Και εξηγούμαι λίγο καλύτερα. Ακούμε συχνά τις ιστορίες ατόμων που διακρίθηκαν υπό αντίξοες συνθήκες, με βεβαρημένο παρελθόν και θέση που δεν αναμενόταν αυτονόητα να μεταστραφεί και αυτές μας προκαλούν θαυμασμό και την ίδια στιγμή απορία. Το εν λόγω άτομο, έτσι, στην πραγματικότητα δεν εκτιμάται από το σύνολο για το έργο ή για το δημιούργημά του, όπως είπαμε όποιο και αν είναι αυτό, αλλά για την αντιστροφή της θέσης που αναμενόταν να έχει στο κοινωνικό του περιβάλλον. Το άξιο θαυμασμού δεν είναι το ίδιο το έργο του, αλλά η αταξία που προκλήθηκε από τη διάκριση ενός που δεν είχε το ανάλογο υπόβαθρο έτσι όπως έχει οριστεί από ένα τέτοιο σύνολο. Γι’ αυτό και είναι επικίνδυνο, κατά τη γνώμη μου, για την ισονομία και την ελευθερία των ιδεών και των ατόμων όταν μεταφέρουμε τέτοιες ιστορίες ως παραδείγματα προς μίμηση σε πλαίσιο διδακτικό τόσο στην εκπαίδευση όσο και στην καθημερινότητά μας. Δεν είναι λίγες οι φορές που τα παιδιά ακούνε στην οικογένεια ή στο σχολείο: «Ο γιος/η κόρη του τάδε (μετανάστη, οικονομικά ασθενέστερου ή άλλης κατηγορίας που θεωρούμε υποδεέστερη, έστω κι αν δεν το ομολογούμε) κατάφερε το δείνα, κι εσύ που τα έχεις όλα πώς γίνεται να μην μπορείς;». Η απορία μεταφέρεται και στην ενήλικη ζωή, γεννάει τον φθόνο που είναι η ανάποδη όψη του οίκτου, και τα άτομα διαχωρίζονται (διακρίνονται) σε αυτούς που μπορούν γιατί ήταν αναμενόμενο από τη θέση τους, σ’ αυτούς που δεν μπορούν και σε αυτούς που απροσδόκητα μπόρεσαν κάτι, όσο ή πολύ. Δεν θα σας γράψω εδώ ποιο θα νόμιζα ότι είναι το σωστό να κάνουμε γιατί όπως ήδη υπαινίχθηκα εμένα δεν είναι αυτός ο ρόλος μου. Δεν θα σας μιλήσω καν για κείνες τις φανταστικές προηγμένες κοινωνίες με τις ίσες ευκαιρίες και τα προοδευτικά συστήματα, έστω κι αν υπάρχουν έως έναν βαθμό ή αν τείνουν προς τα εκεί. Δεν θα σας αναφέρω επίσης τίποτα για τη «δύναμη του ισχυροτέρου» και για τις θεωρίες επιβίωσης. Ο νόμος της φύσης υποθέτουμε πως δεν είναι πλέον ο νόμος του ανθρώπου ή ότι εν πάση περιπτώσει δεν θα το επιθυμούσαμε. Θα πω μόνο σε αυτό το περίπου κοινωνικό και κάπως αυθαίρετο σχόλιο ότι η ζωντανή συνθήκη, έτσι όπως τουλάχιστον την έχει καταλάβει η γράφουσα, δεν είναι μονοσήμαντη, είναι σαφώς απροσδόκητη, με την αβεβαιότητα και με την απορία προχωράει, με κείνο το «ανέφικτο» αναμετριέται και ενίοτε το κατορθώνει εκεί όπου όλα δείχνουν το αντίθετο, κι ότι είτε με τους νικητές είτε με τους ηττημένους, είτε με τις μικρές είτε με τις μεγάλες ιδέες, με τον τρόπο της συνεχίζει να υπάρχει. Και σε αυτό δεν ωφελεί και δεν χωράει καμία απολύτως διάκριση, κι ας την επιθυμούν οι οπαδοί της όποιας τάξης.


*Και να με συμπαθάτε αν ένα τέτοιο κείμενο δεν ταιριάζει και πολύ σε αυτό το μπλογκ ή αν σας φαίνεται ο λόγος πιο εμπαθής απ’ ό,τι θα του έπρεπε, είναι επειδή με αφορά προσωπικά. Συναντιέται, λέω, ταυτόχρονα ωστόσο και με το συλλογικό, γι’ αυτό και το ανάρτησα εδώ.

Α(νισο)τιμία

Σε χωριστά τραπέζια βολεύεται η υποχρέωση
και η ανισοτιμία μοιράζει δίκαια το ψωμί μας.
Κι εμείς που άδικοι συνειδητά δεν υπήρξαμε,
μάλλον γιατί δεν μας συνέφερε κι εμάς όσο τους άλλους,
−πιθανολογώ, όπως συνήθως, χωρίς να είμαι βέβαιη−
χαμηλώνουμε το βλέμμα από ντροπή σε χρόνο παρελθοντικό.
Και καταπίνουμε μαζί με τις μπουκιές τις αντιρρήσεις μας,
όχι ότι μας ζητήθηκε κιόλας ποτέ η γνώμη η ασήμαντη.
Και πρέπει κάθε μέρα να ξυπνάμε και να δοξάζουμε
την άριστή μας τύχη που είμαστε και πάλι ζωντανοί,
γιατί αυτό μετράει κι όχι άδικα λέω κι εγώ με τη γνώμη
την ασήμαντη σαν την τρύπια δεκάρα τη σπαταλημένη,
γιατί τόσο έπιασε στο χρηματιστήριο των σύγχρονων ιδεών,
έτσι που να κομπάζουν μερικοί ότι είναι έξυπνοι πιο πολύ
και πάνω από όλα γνώστες του σωστού μα και της ευτυχίας.
Της δικής μας, για τη δική τους ούτε λόγος. Γι’ αυτήν δεν συζητάμε.
Η ξένη ευτυχία είναι δρόμος ασφαλής και δύσβατος καθόλου.
Κι εμείς εδώ να προσυπογράφουμε ξανά την ωμή βεβαιότητα
που είναι σταθερή και δεν αμφέβαλε ποτέ της για τον κόσμο.
Πόσο μάλλον για τον εαυτό της. Τόσο εξ ορισμού βέβαιη είναι.
Και να μη βρίσκουμε το δίκιο μας κάπου ριγμένο πρόχειρα
μέσα σ’ ένα συρτάρι ανακατεμένο με κάτι ξεχασμένα όνειρα
και σκόρπιες τσακισμένες εμπιστοσύνες σε πρόσωπα και πράγματα,
αλλά αυτά δεν είναι να τα συζητάμε εμείς που δεν ξέρουμε
για τον εαυτό μας καλύτερα απ’ τους άλλους τους ειδικούς της ευτυχίας,
που έτσι αυθαίρετα μας πούλησαν τον οίκτο και τον εμπαιγμό τους για αγάπη.

Της επαρχίας μου το καλοκαίρι

Και τα κοχύλια αφανίστηκαν κι αυτά με τη σειρά τους,
αν πρέπει να πούμε κάτι για το καλοκαίρι,
που είναι ωραίο και σεμνό σαν κόρη περίπου καλής οικογενείας,
αν πρόκειται για τη μικρή της κοινωνία
να την επιβουλευτεί να μη βολεύεται πάνω στην κουρελού της
και στα πλακάκια τα μεγάλα και σχεδόν λευκά
που πάνω τους απλώνει την αποτυχία της να μένει μόνη.
Μα εδώ μιλάμε για το καλοκαίρι το θαλασσινό
με τις πετσέτες απλωμένες στο μπαλκόνι
και τα ανθισμένα νυχτολούλουδα που παλιά
ίσως και να νόμιζε ότι είναι γιασεμιά αλλά δεν είναι,
και στο αυλάκι το νερό να τρέχει να προλάβει
το έργο της αναπαραγωγής ενός περιβολιού
ενός γείτονα κι ενός αφεντικού που είναι αποδώ
και ενός εργάτη που τα πήρε μισιακά για να κερδίσουν όλοι.
Και είναι οι δρόμοι ανοιχτοί μέσα στα κτήματα
και τα στενά που οδεύουν προς τη θάλασσα αβάσταχτα ωραία
νησιωτικά σε ξεγελάνε με τα δειλινά και με τα καραβάκια τους
τάχα ότι είσαι μακριά και έχεις φύγει, αλλά εις μάτην,
που ίσως να ’λεγε και ένας ποιητής πολυκαιρινός,
σαν τα συρματοπλέγματα του απέναντι χωραφιού
που πολυκαιρινά επίσης δεν επιτελούν σωστά το έργο τους
πεσμένα απ’ τον καιρό και από τη βροχή.
Μα εδώ μιλάμε για το καλοκαίρι με το μεσημεριανό τζιτζίκι της ζέστης
να αγνοεί παραδοσιακά τους μύθους και τις άχρηστες διαπιστώσεις
για την ανθρωπότητα που δεν ενδιαφέρει κανέναν
παρεκτός αν λάβει χώρα καμιά πικάντικη ιστορία να έχουμε να κουβεντιάζουμε
στα καφενεία τις ώρες της σχόλης ή όταν δεν κοιτάμε τη δουλειά μας,
αλλά και πάλι εκείνη η λιτανεία με τα γιορτινά ρούχα
και τη θρησκεία των αναμμένων κεριών ένα για τον καθένα
για την καλή υγεία και μακροημέρευση,
ξέρω γω, μπορεί και να πιάσει για να πειστούμε και οι άθεοι,
ότι εδώ δίπλα στη θάλασσα τα πιο μεγάλα θαύματα μπορούν γίνουν.
Και να σηκωθούν, λέει, οι κυρίες που πιάστηκαν από αρθριτικά
ν’ αρχίσουν να χορεύουν εκείνο το τσιφτετέλι που λαχταρούσαν όταν ήταν νέες,
αλλά αντ’ αυτού στην πλατεία πιασμένες με μαντίλι το γύριζαν συρτό,
γιατί η λαγνεία τούς ήταν απαγορευμένη σαφώς και πάντα εμφανώς,
έστω κι αν στα κρυφά κάποιες τους εραστές τους συναντούσαν
κάτω από τη μύτη συζύγων εφησυχασμένων.
Μα ό,τι κι αν πούμε οι περαστικοί, ντόπιοι και ξένοι,
πέντε κιλά λάδι και δυο τσάντες λεμόνια είναι ένα φίλεμα καλό
να κάνουμε τους έξυπνους
όταν ο δύσκολος χειμώνας δεν θα είναι αρκετός
να θρέψει την αγάπη προς τη θάλασσα
τότε που οι ίδιες κυρίες με τα αρθριτικά θα κρεμάνε στο πι
τις ερωτικές τους αναμνήσεις βλέποντας σίριαλ σε επανάληψη,
μα και τα νέα που αρχίζουν γύρω στον Οκτώβρη.
Αυτό είναι γνωστό σε όλους.

Η μικρή Τζιβαννούλα στη Χώρα των Τρελών Ανανάδων, Παραμύθι για μεγάλους

Η μικρή Αννούλα, που τα μαλλιά της έχουν γίνει κουβάρι και δεν ξεμπλέκονται με τίποτα, έχουν γίνει τζίβα, –και γι’ αυτό χαϊδευτικά η μαμά της, η Βάσω, παραιτημένη από την προσπάθεια να τη χτενίσει, την αποκαλεί Τζιβαννούλα– έχει δυο κολλητούς, επιστήθιους φίλους όπως λέμε, τον Υμηττάκη και τον Μπαφουκόκα.
Το σκανταλιάρη και θεοπάλαβο Υμηττό, οι φίλοι του τον φωνάζουν Υμηττάκη, ή και Τάκη, ανάλογα με τα κέφια και την ορθοφωνία, με το πρώτο Τ παχύ, γιατί κανονικά γράφεται με δύο τ. Δηλαδή σαν να λέμε Τ-τ-ακη! Σκεφτείτε ότι η Κορεάτισσα μαμά του, η Για-Φαντάσου, όταν βγαίνει στο μπαλκόνι να τον φωνάξει το βράδυ για να γυρίσει σπίτι από το παιχνίδι, έρχεται σε τρομερά δύσκολη θέση, γιατί άντε να πει το διπλό τ και να τραβήξει και την κατάληξη στο τέλος, το χαρακτηριστικό, και γνωστό σε όλους, μακρόσυρτο η-η-η-η-η-η… που συνοδεύει ονόματα τύπου Γιωργάκη-η-η-η-η-η-η…
«Υμητ-τ-τ-τάκη-η-η-η-η-η, έλα μέσα, θα κρυώσεις, έχεις σχολείο αύριο!».
«Υμητ-τ-τ-τάκη-η-η-η-η-η, λέω!» επαναλαμβάνει, και την πιάνει τρομερός βήχας. Οπότε ο Υμηττάκης, τις περισσότερες φορές, κάνει ότι δεν ακούει και το καθυστερεί.
Ο Μπαφουκόκα είναι ο μικρότερος της παρέας και έχει ένα ιδιαίτερο γνώρισμα, το στόμα του πάει σαν πολυβόλο, σαν εκφωνητής ποδοσφαιρικού αγώνα, αλλά τα πόδια του σέρνονται σαν της χελώνας. Βρίσκεται, δηλαδή, κάπου ανάμεσα σε εγρήγορση και χαλάρωση. Κι είναι αυτή του η ιδιότητα που έχει ρίξει τον Αργεντινό πατέρα του, Μπουένο Βίστα, σε μεγάλη περισυλλογή, γιατί ο Μπαφουκόκα ούτε χορευτής μπορεί να γίνει όταν μεγαλώσει ούτε τραγουδιστής. Άντε, το πολύ πολύ να γίνει μαθηματικός. Η Τζιβαννούλα, ο Υμηττάκης και ο Μπαφουκόκα είναι αχώριστοι.
Η Τζιβαννούλα έχει ένα μοναδικό τρόπο να τους παρηγορεί, φιλτράροντας –στην κυριολεξία– όλα τα στραβά και τα ανάποδα που τους συμβαίνουν, έχει μονίμως έτοιμη την απάντηση και κάνει και λιγάκι την έξυπνη, αλλά –εντάξει– δεν τα ξέρει και όλα. Ο Υμηττάκης και ο Μπαφουκόκα δεν την παρεξηγούν. Ο Υμηττάκης είναι τόσο δραστήριος και ριψοκίνδυνος που κάνει για δέκα, ενώ ο Μπαφουκόκα έχει τόσο κοφτερό μυαλό που, μάλλον, άμα μεγαλώσει, θα βγάλει καμιά καινούρια θεωρία. Εδώ είστε κι εδώ είμαι. Είναι τόσο ευφάνταστοι και ζωηροί τύποι οι τρεις τους, που όλα τους τα σχέδια, ακόμα και τα πιο παράτολμα, φαίνονται παιχνιδάκι για ακόμη πιο μικρά παιδιά.
Μια μέρα, λοιπόν, που είχαν τελειώσει το σχολείο και γύριζαν σπίτι για το μεσημεριανό, ο Μπαφουκόκα, εκεί που έσερνε τα πόδια του σηκώνοντας τη χαρακτηριστική σκόνη στο πέρασμά του, σκοντάφτει πάνω σε μια κοτρόνα και εκσφενδονίζεται δυο μέτρα παραπέρα.
Ααααααααααα! Γντουπ! ακούστηκε, και ο μικρός μας φίλος έσκασε κάτω σαν καρπούζι και άρχισε να κλαίει με μαύρο δάκρυ.
«Αααα! Θέλω τον μπαμπά μου! Αααα! Αααα! Είμαι τόσο αδέξιος που δεν θα γίνω ποτέ χορευτής! Αααα! Είμαι ένας άχρηστος!».
«Έλα, βρε Μπαφουκόκα, μην κάνεις έτσι» πήγε η Τζιβαννούλα να τον παρηγορήσει. «Εσύ θα γίνεις μαθηματικός. Αϊνστάιν και βάλε! Μήπως χτύπησες;».
«Όχιιιι!» συνέχισε να κλαίει ο Μπαφουκόκα, «θέλω να πάω σπίτι, νυστάζωωωω!».
«Καλά, καλά, σήκω, τώρα, πώς θα γυρίσουμε σπίτι έτσι που έχεις στρογγυλοκαθίσει και κλαψουρίζεις;» προσπάθησε η Τζιβαννούλα να τον σηκώσει.
«Ασ’ τονε μωρέ, ωχ, όλο κλάψα! Σήκω πάνω, ρε!» επενέβη ο Υμηττάκης εκνευρισμένος. «Τελείωνε, μας έχει πάει το στομάχι στην πλάτη, δεν θα περιμένουμε εσένα. Άμα θες κάτσε εδώ και κλαίγε μέχρι αύριο!».
Εκεί που τα πνεύματα είχαν οξυνθεί, ο Μπαφουκόκα δεν έλεγε να σταματήσει να κλαίει, η Τζιβαννούλα έκανε τις διαπραγματεύσεις του Ο.Η.Ε. και ο Υμηττάκης τα είχε πάρει σοβαρά στο κρανίο και ήταν έτοιμος να τους παρατήσει σύξυλους στη μέση του δρόμου, γιατί είχε πολύ γρήγορο μεταβολισμό και δεν άντεχε καθόλου την πείνα, ξαφνικά ακούνε από το ύψος της πατούσας τους, μερικά εκατοστά από το έδαφος, δηλαδή, δυο ανεπαίσθητες φωνούλες να τραγουδάνε εν χορώ:

Νάνι-νάνι το παιδάκι μας να κάνει…
είμαστε οι δύο νάνοι,
κάποιοι λένε και τσιγγάνοι,
νάνοι από ανανά

κι ήρθαμε σε σας, παιδιά,
να μας πάρετε αγκαλιά
να μας πάτε μακριά

στην καλή μας τη νεράιδα,
την κυρία Αλεξάνδρα,
δίπλα από την κρύα βρύση
που δε λέει να σιωπήσει…

Η Τζιβαννούλα είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό και κοιτούσε αποσβολωμένη τα δύο μικρά α-νανάκια, ο Μπαφουκόκα είχε σταματήσει το κλάμα και ρούφαγε απορημένος τη μύτη του ενώ ο Υμηττάκης είχε γίνει έξαλλος.
«Ρε σεις, μας δουλεύετε; Μιλάνε οι ανανάδες, και μάλιστα οι νάνοι; Και τι Αλεξάνδρες και πράσιν’ άλογα είναι αυτά που τσαμπουνάτε; Να δεις που θα είναι τίποτα τηλεκατευθυνόμενα με προγραμματισμένη ομιλία και μας κάνουνε πλάκα!».
Κι ευθύς βουτάει ένα από τα δύο α-νανάκια και το αναποδογυρίζει στην παλάμη του για να βρει τον κρυμμένο μηχανισμό.
«Όχι-ι-ι-ι-ι-ι!!! Μη-η-η-η-η-η!!!» ακούστηκε από το α-νανάκι που είχε παραμείνει στο έδαφος, «μην το κάνεις αυτό, θα του έρθει κανένα α-ν-ανεγκεφαλικό, θα πάει όλος ο χυμός ανανά στα φύλλα του και θα γίνει κομμάτια!».
«Μη-η-η-η-η-η!!!» φώναξαν τρομαγμένοι και οι άλλοι δύο της παρέας, έτσι άνευ λόγου και αιτίας, μάλλον από ένστικτο ότι κάτι κακό θα συμβεί.
Το δε καημένο α-νανάκι, που είχε αναποδογυριστεί, δεν μπορούσε να πάρει ανάσα, κουνούσε ποδαράκια και χεράκια από την τρομάρα του και εν γένει τα είχε δει όλα κωλυόμενα. Ευτυχώς ο Υμηττάκης λογικεύτηκε γρήγορα και επανέφερε το α-νανάκι στην κανονική του στάση, με τα φύλλα πάνω, το φρουτόσωμα στη μέση και τα πόδια κάτω.
Μα τι λέμε τώρα δηλαδή; Υπάρχουν φρούτα που περπατάνε και μιλάνε; Με χέρια και πόδια; Και πολύ περισσότερο με μάτια, μύτη και στόμα πάνω στο φρουτόσωμά τους; Αυτά μόνο στα κόμικς γίνονται. Δεν το πιστεύω, σκέφτηκε ο Υμηττάκης και τον έπιασε πονοκέφαλος αφενός από τη σαστιμάρα του αφετέρου από την πείνα που είχε ξεχάσει εδώ και τόση ώρα με όλη αυτή την… ανανιάδα.
«Το πιστεύεις δεν το πιστεύεις» είπε η Τζιβαννούλα, σαν να είχε διαβάσει τη σκέψη του Υμηττάκη, «εδώ έχουμε ένα παράδοξο που χρειάζεται λύση».
Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση της, και ο Μπαφουκόκα υπερθεμάτισε: «Εγώ λέω να ακούσουμε τι έχουν να μας πουν τα α-νανάκια, γιατί απ’ ό,τι φαίνεται κάτι σοβαρό τους συμβαίνει για να έρθουν ως εδώ».
«Από πού να έρθουν; Ξέρεις εσύ από πού ήρθαν και κάνεις τον έξυπνο;» αντιπαρήλθε δύσπιστος ο Υμηττάκης.
«Θα σας τα πούμε όλα!» αναφώνησαν και πάλι εν χορώ τα δύο α-νανάκια.
«Εντάξει, μόνο πάμε κάπου πιο ήσυχα» είπε Υμηττάκης.
«Ελάτε, ανεβείτε στο χέρι μου» είπε η Τζιβαννούλα, «θα πάμε πιο γρήγορα έτσι».
Και τα δύο α-νανάκια σκαρφάλωσαν στην παλάμη της και μετά στρογγυλοκάθισαν προσεκτικά-προσεκτικά στον ώμο της κρατώντας τη από τη ράντα του φουστανιού της για να μην πέσουν.
«Πάμε στο μεγάλο δέντρο δίπλα από το ποτάμι» πρότεινε ο Υμηττάκης, «δεν είναι μακριά, έχει ωραία σκιά και ησυχία εκεί. Πρώτα όμως θα περάσουμε από το σπίτι μου να πάρουμε κανένα τάπερ γιατί νηστικό αρκούδι δεν ακούει…».
«Σούπερ» είπαν ταυτόχρονα ο Μπαφουκόκα και η Τζιβαννούλα και ξεκίνησαν.
Τα α-νανάκια τσιμουδιά. Περίμεναν να έρθει η ώρα να πουν την ιστορία τους.
Η κυρία Για-Φαντάσου είχε μεγάλη αδυναμία στον Μπαφουκόκα γιατί έτρωγε με όρεξη όλα τα φαγητά και ποτέ δεν έλεγε όχι σε ένα πιάτο ακόμη, γι’ αυτό και χάρηκε πολύ που τον είδε. Είχε φτιάξει τη σπεσιαλιτέ της, τηγανητό ρύζι με λαχανικά, και τους γέμισε ένα μεγάλο τάπερ που έφτανε και για τους τρεις τους. Παραξενεύτηκε, βέβαια, λίγο που θα έκαναν πικνίκ στο ποτάμι μεσημεριάτικα μετά το σχολείο, αλλά ο καιρός ήταν ακόμη ζεστός και μια βόλτα πριν από το διάβασμα δεν έβλαπτε και τόσο.
Φυσικά η Τζιβαννούλα είχε μείνει έξω να τους περιμένει, γιατί τα α-νανάκια δεν ήταν και οι πιο αναμενόμενοι επισκέπτες, άσε που η Για-Φαντάσου μπορεί να τα πέρναγε για κανονικούς ανανάδες και να ήθελε να τα κρατήσει για… γλυκό ανανά.
Μια και δυο, λοιπόν, οι τρεις φίλοι μαζί με τα δύο α-νανάκια ξεκίνησαν για το μεγάλο δέντρο δίπλα στο ποτάμι. Ήταν όλοι ανυπόμονοι να ξαποστάσουν και πολύ περίεργοι να λύσουν το μυστήριο των ανανάδων. Στο δρόμο όλο χαχάνιζαν και πειράζονταν, ενώ τα α-νανάκια συνέχιζαν να λικνίζονται στον ώμο της Τζιβαννούλας και να παραμένουν στη σιωπή τους.
Και να, λοιπόν, προχωρημένο μεσημέρι, έφτασαν στο μεγάλο δέντρο, το αεράκι φυσούσε απαλά, η πείνα είχε πάει το στομάχι στην πλάτη, και οι φίλοι μας έστρωσαν ένα μεγάλο πολύχρωμο τραπεζομάντιλο με πεταλούδες πάνω στο χορτάρι, έβαλαν το τάπερ της κυρίας Για-Φαντάσου στη μέση, πήραν τα πιρούνια τους και άρχισαν να τρώνε με όρεξη. Τα δύο α-νανάκια άραξαν κι αυτά κάτω από το δέντρο, ήπιαν λίγο νερό από το παγούρι του Μπαφουκόκα, και περίμεναν υπομονετικά να τελειώσει το γεύμα των μικρών μας φίλων. Αφού τελείωσε όλο μα όλο το τηγανητό ρύζι με όλα μα όλα τα λαχανικά, οι τρεις φίλοι επανήλθαν στα συγκαλά τους και η κουβέντα άνοιξε.
Τα δύο α-νανάκια πρώτα-πρώτα συστήθηκαν. Ήταν ζευγαράκι. Ένας α-νανίας και μία α-νανίτσα. «Εμένα με λένε Χαρίλαο» είπε ο α-νανίας και «Εμένα με λένε Κλημεντίνη», η α-νανίτσα». «Χαίρουμε πάρα πολύ!» αντιγύρισαν κι οι τρεις μαζί με ένα στόμα μια φωνή και πολλά-πολλά χάχανα. «Πιάσε κόκκινο», βροντοφώναξε ο Υμηττάκης. «Εγώ είμαι η δαιμόνια Τζιβαννούλα», «Εγώ ο Μπαφουκόκα το σπίρτο», «Κι εγώ ο Υμηττάκης ο μεγαλοπρεπής», έγιναν οι απαραίτητες συστάσεις από τους τρεις φίλους με πάσα σοβαρότητα και επισημότητα. «Ε, μα πείτε μας επιτέλους τι συμβαίνει…» έδωσε ανυπόμονος το σύνθημα εκκίνησης της ιστορίας ο Μπαφουκόκα.
«Μη βιάζεστε. Πρέπει να έχετε υπομονή» απάντησαν τα α-νανάκια. «Κλημεντίνη, να τα πω και όπου έχω κενά να συμπληρώνεις;» ρώτησε ο Χαρίλαος την καλή του. «Εντάξει, Χαρίλαε, προχώρα, κι όπου κολλάς θα επεμβαίνω» του είπε με τη γλυκιά φωνούλα της όλο νάζι η Κλημεντίνη.
«Ερχόμαστε από πολύ μακριά, από τον τόπο του Μύθου. Εκεί όλα είναι δυνατά και κάθε όνειρο, ακόμη και το πιο τρελό, το πιο απίθανο, το πιο παράδοξο γίνεται πραγματικότητα. Όλα τα πλάσματα εκεί ζουν αρμονικά κι έχουν φωνή και υπόσταση. Είναι ζωντανά και αληθινά. Φυτά, ζώα, πράγματα, περνάνε τον καιρό τους αυτόνομα και χαμογελαστά. Οι άνθρωποι δεν ζουν εκεί, μόνο ελάχιστοι περαστικοί. Καταφθάνουν, ρίχνουν μια ματιά και φεύγουν. Άλλοτε ήρεμοι και δικαιωμένοι, άλλοτε έντρομοι και πικραμένοι. Ο Μύθος είναι μια επικράτεια με αμέτρητες και πολύχρωμες παραμυθο-χώρες. Μία από αυτές είναι και η δική μας, η χώρα των Ανανάδων».
«Μπράβο, μπράβο, αχ, τι ωραία που τα λες, Χαρίλαε! Είμαι τέρμα περήφανη για σένα», ενθάρρυνε η Κλημεντίνη τον αγαπημένο της να συνεχίσει.
«Ευχαριστώ, κούκλα μου! Όταν κουραστώ, θα σου πω να συνεχίσεις» είπε ο Χαρίλαος και έσκασε ένα ηχηρό φιλί στο μάγουλο της Κλημεντίνης.
«Στη χώρα μας», συνέχισε τη διήγησή του ο Χαρίλαος, «συνέβη κάτι τρομερό. Εμείς οι Ανανάδες, όπως θα ξέρετε ίσως, δεν τρώμε αλλά πίνουμε. Γι’ αυτό και στην πολιτεία μας έχουμε κατασκευάσει ένα θεόρατο υδραγωγείο, που πιάνει από άκρη σε άκρη, και όλοι κι όλες μπορούμε να έχουμε ελεύθερη πρόσβαση στο πολύτιμο για τη ζωή μας νερό. Αν δεν πιούμε νερό, πάπαλα. Τα φύλλα μας ξεραίνονται και οι χυμοί μας πάνε περίπατο. Αιωνία η μνήμη, δηλαδή. Εμείς τα α-νανάκια δεν έχουμε κυβέρνηση, έχουμε δηλαδή, αλλά είναι κάπως διαφορετική από τη δική σας. Έχουμε την α-νανο-κρατία. Τι σημαίνει αυτό; Όλοι μαζί οι ανανάδες παίρνουμε τις αποφάσεις από κοινού και μετά μια και δυο αναθέτουμε ο ένας στον άλλο τις αρμοδιότητες, και έτσι κάπως τα φέρνουμε βόλτα. Το σύστημά μας όμως δεν άρεσε στη Φραγκοσυκία, τη γειτονική χώρα με τα φραγκόσυκα- γίγαντες, γιατί αυτοί έχουν Φραγκο-σιλεία, δηλαδή ένα Φραγκόσυκο, το πιο δυνατό, μια ζωή, μέχρι να τα τινάξει, αποφασίζει και διατάζει. Τα φραγκόσυκα-γίγαντες θέλανε ντε και σώνει να αλλάξουμε το σύστημά μας. Εμείς πάλι δεν θέλαμε. Επειδή όμως στην επικράτεια του Μύθου πόλεμοι δεν γίνονται, οι φραγκο-γίγαντες έστειλαν μυστικούς τους και μας μόλυναν το νερό. Έριξαν μέσα ένα μαγικό βοτάνι, που, άμα το πιει ένα α-νανάκι, ευθύς χάνει τα λογικά του και θέλει να εφαρμοστεί και σε μας η α-νανο-σιλεία».
«Ο καημένος ο αδερφός μου» πετάχτηκε η Κλημεντίνη «ο Σάββας μας, έχει αρρωστήσει βαριά. Θέλει να γίνει μέγας και τρανός α-νανο-κράτης. Έχει πάρει ένα σκήπτρο από ζαχαροκάλαμο, παράτησε γυναίκα και παιδιά, τρέχει στους δρόμους και βγάζει λόγους. Δεν ξέρουμε τι να κάνουμε. Έχουμε απελπιστεί. Ο ένας μετά τον άλλο, η μία μετά την άλλη, βουτάνε από ένα ζαχαροκάλαμο και δώσ’ του βγάζουνε λόγους. Ακαταλαβίστικους, τσιριχτούς, υψηλόφρονες… και μας παίρνουν τ’ αφτιά από το πρωί μέχρι το βράδυ. Όπως, καταλαβαίνετε, φίλοι μας, είναι αδύνατο να συνεχίσουμε έτσι. Η χώρα έχει ρημάξει. Οι δουλειές μας έχουν πάει πίσω, κι όσοι προσπαθούμε να μην πιούμε από το μολυσμένο νερό κοντεύουμε να κορακιάσουμε. Τι θ’ απογίνουμε;».
«Ψυχραιμία, Κλημεντίνη μου, όλα θα πάνε καλά», προσπάθησε να την καθησυχάσει ο Χαρίλαος. «Έτσι όπως τα λέει η Κλήμι μου είναι, παιδιά. Έτσι ακριβώς. Γι’ αυτό ήρθαμε σε σας. Μας είπαν ότι κάπου εδώ στα μέρη σας έχετε μια καλή νεράιδα, την κυρία Αλεξάνδρα, που έχει στην κατοχή της μια μαγική βρύση με το πιο καθαρό και το πιο τρεχούμενο νερό, που άμα ρίξεις, λέει, ένα ποτήρι μέσα στη δεξαμενή, κατευθείαν το νερό θα γίνει πάλι όπως πρώτα. Γιατί, λένε, ότι αυτή είναι η Κυρά του Νερού όλου του κόσμου, όχι μόνο του Μύθου αλλά και της Αλήθειας. Τι να σας πούμε, έτσι μας είπαν, έτσι σας λέμε».
Οι τρεις φίλοι είχαν μείνει άφωνοι. Πού ακούστηκε υδραγωγείο, φραγκόσυκα-γίγαντες, νεράιδες Αλεξάνδρες, τρελοί ανανάδες και δεν συμμαζεύεται; Ήταν όμως παιδιά, και τα παιδιά πιο εύκολα ταξιδεύουν στην επικράτεια του Μύθου, δεν τα τρομάζει το όνειρο. Ίσα-ίσα, αντίθετα, το επιδιώκουν. Αποφάσισαν λοιπόν με συνοπτικές διαδικασίες να συνδράμουν τον Χαρίλαο και την Κλημεντίνη.
Μια και δυο λοιπόν, μάζεψαν τα σύνεργα του πικνίκ, ανέβασαν το ζευγαράκι στους ώμους της Τζιβαννούλας και πήραν τον δρόμο προς την κρύα Βρύση (που δεν έλεγε να σιωπήσει με τίποτα, γιατί αυτή ήταν η δουλειά της), με σκοπό να βρουν την Κυρά του Νερού, να πάρουν το πολύτιμο γιατρικό και να καθαρίσουν το νερό της χώρας των Ανανάδων, πριν αυτά κορακιάσουν από τη δίψα και τους τη φέρουν τα πονηρά Φραγκόσυκα ή ακόμα χειρότερα μη χάσουν τα λογικά τους και θέλουν όλοι να γίνουν αρχηγοί και αφέντες ο ένας του άλλου και όλων μαζί. Και τότε βράσε όρυζα…

Δεν ξέρω, να σας πω την αλήθεια, πώς ένας αληθινός παραμυθάς θα έβαζε τους ήρωές του να βρουν τον μαγικό δρόμο της λύτρωσης και της ελευθερίας. Πώς θα έφταναν να βρουν την κυρία Αλεξάνδρα και να την πείσουν. Φοβάμαι ακόμα ότι μπορεί και όταν την έβρισκαν να τους αρνιόταν το φαρμάκι της σωτηρίας του νερού των Ανανάδων, γιατί μπορεί να το χρέωνε ακριβά, να μην της περίσσευε ή και να είχε αφήσει το πόστο της, να έλειπε σε διακοπές, βρε αδερφέ, κάπου μακριά και από τον Μύθο και από την Αλήθεια, γιατί είχε πάθει υπερκόπωση.
Κι αυτή η τρομερή διαπίστωση μαζί με μια ομολογημένη αφηγηματική βαρεμάρα, στην οποία έφτασα με τα χρόνια (στη διαπίστωση αλλά και στη βαρεμάρα), γιατί έχουν περάσει εφτά χρόνια από τότε που άφησα ημιτελές αυτό το παραμύθι, με κάνει να μη θέλω να του δώσω ένα αίσιο τέλος. Ούτε καν ένα τέλος, δηλαδή. Λέω λοιπόν να αφήσω αυτούς τους ήρωες απλώς να περιπλανηθούν, κι ό,τι βρέξει ας κατεβάσει… Μπορεί να τα καταφέρουν μπορεί και όχι, μπορεί να βαρεθούν κι αυτοί, να πιουν από το μολυσμένο νερό και να γίνουν αρχηγοί για να επιβιώσουν, δυο αρχηγοί πάνω δυο αρχηγοί κάτω, εκεί θα τα χαλάσουμε; Τους αφήνω λοιπόν από τη φαντασία μου στη δική σας (εξάλλου το ανοιχτό τέλος είναι της μόδας και βολικό εξαιρετικά σε περιπτώσεις λειψής αφηγηματικής δεινότητας σαν τη δική μου…). Καλό ταξίδι να έχουνε, λοιπόν, να ζήσουνε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!

Ακαμάτρα*

Καλά που τα περιστέρια του ακάλυπτου

κατανάλωσαν τα ριγμένα απομεινάρια

τυχαίου μνημόσυνου

στο μπαλκόνι μου

από την αποπάνω κυρία

που ευσπλαχνικά σκέφτηκε

να τα ταΐσει

ίσως γιατί δεν έχει πια άλλον κανένα

για να επιτελέσει το προαιώνιο χρέος

της τροφού

κι έτσι κι εγώ δεν θα χρειαστεί

να σκουπίσω

την τρομερή υποψία

που μου μπήκε στο κεφάλι

πως αυτά ήτανε, λέει,

“τα καλά στερνά”

απ’ την κηδεία μου…

καθόλου τυχαία μα καλά

υπολογισμένη

αφού η αποπάνω κυρία

πριν από μένα και για μένα

είχε προνοήσει

*Φυσικά και ο χαρακτηρισμός απευθύνεται σε μένα και όχι στην αποπάνω κυρία, η οποία είναι καθ’ όλα συμπαθεστάτη και εν αγνοία της μου έδωσε την παρούσα έμπνευση. Σκέφτηκα λοιπόν ότι η ολιγωρία μου στο σκούπισμα είχε διπλό όφελος, αφενός τα περιστέρια πρόλαβαν να φάνε, που μάλλον ήταν και ο σκοπός, αφετέρου η ανάποδή μου φύση βρήκε τον χρόνο να συνδέσει εκ νέου την τυχαιότητα με τα παράδοξα αποτελέσματα που μπορεί αυτή να επιφέρει στον ανθρώπινο ψυχισμό, αλλά και στην ίδια την πραγματικότητα. Κι επειδή το τυχαίο μπορεί να είναι και κάτι που έγινε κατά λάθος, αλλά κυρίως επειδή αυτό το τραγουδάκι το θυμήθηκα, επίσης, κατά τύχη, καθώς το βρήκα σε ένα παλιό σημειωματάριο, δεν έχω παρά να το συνδέσω και αυτό έτσι τυχαία…